Τα καλοκαίρια που περάσαμε μα ποτέ δεν ξεχάσαμε-7 γυναίκες διηγούνται
Share
Μια τυχαία συζήτηση, οι πρώτες ζέστες, μια διαδικτυακή φιλία αποτέλεσαν την έμπνευση για 7 γυναίκες να διηγηθούν ιστορίες για τα καλοκαίρια που τις σημάδεψαν και στάθηκαν ορόσημο στη ζωή τους.
Ιλιάδα Λαμπρίδου, Βάσω Σωτηρίου, Κωνσταντίνα Τασσοπούλου, Λετίτσια Μουστάκη, Γλαύκη Πακάλη, Κατερίνα Καραβαγγέλη, Nicole Meeuws μιλούν για τα καλοκαίρια που τους έμειναν αξέχαστα. Γιατί; Ίσως επειδή όπως λέει και η Γλαύκη: «Τα καλύτερα καλοκαίρια είναι εκείνα που τα περνάς με τους ανθρώπους που αγαπάς πολύ».
Το σπίτι μακριά από την πλατεία
Ιλιάδα Λαμπρίδου ηθοποιός

Σκαρφαλωμένο πάνω στην Πίνδο είναι το χωριό μου, η πατρίδα μου, το Μαλακάσι. Εκεί περνούσα όλα τα καλοκαίρια των παιδικών και εφηβικών μου χρόνων. Οι εντολές του μπαμπά μου πριν φύγουμε από την Αθήνα με τη μαμά μου ήταν σαφείς:
«Ιλιάδα μου τώρα που θα πας στο χωριό, θέλω να παίζεις κάθε μέρα, να τρέχεις, να κολυμπάς, να ανασαίνεις βαθιά τον καθαρό αέρα». Ήταν πάντα οπαδός της υγιεινής ζωής ο μπαμπάς μου, πολλά χρόνια πριν αυτή γίνει της μόδας.
Το σπίτι μας στο χωριό ήταν μακριά από την κεντρική πλατεία, εκεί που τα παιδιά (μάλλον τα αγόρια) μαζευόντουσαν και έπαιζαν. Άλλες εποχές, τα δύο φύλα δεν έπρεπε να έρχονται συχνά σε επαφή και τα κορίτσια κλεισμένα στο σπίτι. Δεν είχαν βλέπεις τον δικό μου μπαμπά! Εγώ πάλι τηρούσα πιστά τις εντολές του μπαμπά μου: Έπαιζα, έτρεχα, πήδαγα, ανάσαινα βαθιά, έκανα πεζοπορίες, πήγαινα στις πηγές του ποταμού για κολύμπι κάθε μέρα με τα αγόρια και μάλιστα χορεύαμε! Άδικα ερχόταν ο ξάδερφός μου και διαμαρτυρόταν στη μαμά μου:
«Τι πράματα είναι αυτά με την μικρή! Περπατάει μέσα στο δάσος, κολυμπάει και μάλιστα χορεύει! Με τα αγόρια!»
Δεν ξέρω πώς ακριβώς ένιωθε η μαμά μου ακούγοντάς τον, αλλά πώς να αγνοήσει και τις εντολές του μπαμπά μου; Δεν έλεγε τίποτα. Εκεί όμως που όρθωνε πάντα το ανάστημά της ήταν στην ώρα:
«Ιλιάδα θα επιστρέψεις από την πλατεία πριν νυχτώσει. Το σπίτι είναι μακριά, ο δρόμος σκοτεινός, και πρέπει να περάσεις και το γεφύρι. Εντάξει;»
Και με όλον τον παιδικό αυθορμητισμό μου, της έδινα κάθε μέρα την υπόσχεση που ποτέ δεν κρατούσα:
«Ναι μαμά, μην ανησυχείς! Πριν νυχτώσει!»
Συνέβαινε όμως κάτι ιδιαίτερο στην πλατεία μόλις νύχτωνε. Το χωριό δεν είχε ηλεκτρικό και έτσι μόλις έπεφτε ο ήλιος ακολουθούσε ένα τελετουργικό: Μαζεύονταν όλοι μικροί μεγάλοι στην πλατεία, σταμάταγε το παιχνίδι, έπαυαν οι φωνές και όλων μας τα βλέμματα καρφώνονταν στον μεγάλο πλάτανο. Ερχόταν ο παπάς και με μεγάλη συγκίνηση άναβε μια μεγάλη Λουξ λάμπα πετρελαίου και την κρέμαγε από τα κλαδιά του γέρικου δέντρου. Και το σκοτάδι σκόρπιζε! Σαν να έφερνε το Άγιο Φως στην πλατεία του χωριού! Ενθουσιασμένα τότε όλα τα παιδιά χαλούσαμε τον κόσμο με τις φωνές μας και ξεκίναγε ένας δεύτερος, πιο σύντομος γύρος παιχνίδι. Και δεν το χαλούσαμε παρά μόνο όταν η πρώτη μάνα έβαζε φωνή να μαζευτούμε γιατί σκοτείνιασε πια.
Ε, και μέχρι να φτάσω εγώ στο σπίτι μου είχε νυχτώσει για τα καλά. Έξαλλη η μαμά μου με περίμενε στην πόρτα μη διστάζοντας να μου ρίξει και 2-3 στον πισινό. Άλλες εποχές, δεν ήταν και τόσο φοβερό εκείνα τα χρόνια να τρως κάνα σκαμπίλι πότε-πότε «για να γίνεις άνθρωπος» όπως λέγανε. Την επόμενη μέρα ξανά τα ίδια. Βλέπεις ούτε η καρδιά της της πήγαινε να με κλείσει σπίτι, ούτε τις εντολές του μπαμπά μου τολμούσε να αγνοήσει: «Το παιδί να παίζει κάθε μέρα». Αν το σπίτι μας ήταν πιο κοντά στην πλατεία βέβαια δεν θα τραβούσαμε όλα αυτά…
Μερικές δεκαετίες αργότερα πάω στον θερινό κινηματογράφο της Σαρωνίδας, αγαπημένο μου στέκι, που τότε το είχε ο Πολ Σκλάβος, ο σκηνοθέτης.
«Χάθηκες Ιλιάδα» μου λέει. «Πάλι σε περιοδεία έτρεχες;».
«Όχι Πολ» απάντησα, «χτίζω ένα σπιτάκι στην πατρίδα μου. Βρήκα ένα οικόπεδο πολύ κοντά στην πλατεία του χωριού και τώρα φτιάχνω ένα σπιτάκι. Έτσι θα τακτοποιήσω και όλα τα προικιά που μου έφτιαξε η μαμά μου».
Και χωρίς να το θέλω μια σκέψη πέρασε από το μυαλό μου:
«Αχ, καημένη μου μαμά! Ας επέστρεφες έστω και για λίγο και εγώ δεν θα ξαναργούσα ποτέ. Να σε είχα για λίγο ακόμη κοντά μου και θα ήμουν πάντα στην ώρα μου». Δεν νομίζω ότι ο Πολ κατάλαβε ποτέ γιατί ένα δάκρυ γυάλισε στην άκρη του ματιού μου.
Τα καλοκαίρια της ελευθερίας!
Βάσω Σωτηρίου, Δημόσιες Σχέσεις και Επικοινωνία We Will

Απ’ όταν ήμουν 7 ετών, οι γονείς μου με άφηναν μαζί με τις αδερφές μου, 3 και 5 χρόνια μεγαλύτερες από μένα, να μένουμε τα καλοκαίρια σε σκηνή στην παραλία της Πρέβεζας, στο Μονολίθι. Χωρίς κανέναν δίπλα μας. Στο πάνω μέρος της παραλίας, υπήρχαν πανύψηλα δέντρα που έκρυβαν μεγάλο μέρος της από τον δρόμο. Θυμάμαι να ξεφορτώνουμε το αυτοκίνητο και να περνάμε μέσα από θάμνους, που τους ανοίγαμε με τα χέρια για να χωρέσουμε και να κατέβουμε στην παραλία. Τις καθημερινές, η παραλία ήταν άδεια. Το Σαββατοκύριακο, ο πιο κοντινός άνθρωπος στη σκηνή μας απείχε πάνω από 50 μέτρα. Ήταν και είναι μια τεράστια παραλία που το μήκος της φτάνει τα 14 χιλιόμετρα.
Οι δικοί μου, επειδή είχαν εμπορικό μαγαζί, ερχόταν κάθε Δευτέρα, Τετάρτη, Σάββατο απόγευμα και Κυριακή όλη μέρα. Μαγειρεύαμε μόνες μας σε ένα τηγάνι, πατάτες, κεφτεδάκια, λουκάνικα ή ό,τι άλλο μας άφηναν οι γονείς μας. Κολυμπούσαμε όλη μέρα, δεν πηγαίναμε πουθενά, παρά μόνο στην παραλία πάνω-κάτω. Γυμναστική, λακκούβες στην άμμο, κουβέντες, παιγνίδια, ηλιοβασιλέματα.
Κι αν θέλω να συνεχίσω λίγο ακόμη, να πω ότι κάποιο καλοκαίρι έκανε απόβαση το Ναυτικό στην παραλία μας για να κάνουν ασκήσεις. 20 μέτρα από τη σκηνή μας. Όμως ακόμη και τότε, οι γονείς μου δεν μας πήραν. Δεν έκλεισαν τη σκηνή, δεν τα μαζέψαμε, δεν φύγαμε. Παρόλο που ήμαστε πιο μεγάλες τότε. Οι αδερφές μου ήταν στο γυμνάσιο, εγώ στο τέλος δημοτικού. Θα μπορούσαν να μας βιάσουν, να μας σκοτώσουν, να… να… να… Κι όμως δεν έγινε τίποτε. Τους βλέπαμε να κάνουν τις προγραμματισμένες ασκήσεις, να μπαίνουν στο τεράστιο πλοίο τους, να βγαίνουν, να τρέχουν πάνω-κάτω. Ήταν ο δικός μας άτυπος κινηματογράφος.
Άλλες εποχές. Για κινητό, ούτε λόγος. Φαντάσου ότι ακόμη και το πιο μικρό ατύχημα, τσίμπημα από μέλισσα, από φίδι ή οτιδήποτε άλλο, δεν θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί. Θα μπορούσαμε να είχαμε πνιγεί. Η θάλασσα του Ιονίου είναι πολύ επικίνδυνη. Κάθε χρόνο, τουλάχιστον ένας τουρίστας πνιγόταν στη θάλασσα. Γι’ αυτόν τον λόγο ο μπαμπάς, από τις μικρές μας ηλικίες, έπαιρνε την κάθε μία ξεχωριστά και μας μάθαινε πώς να κολυμπάμε. Ακόμη και με κύματα 5 μέτρα. Σηκώνει τέτοια κύματα εκεί! Μας έδειχνε πώς να βλέπουμε τη ρυθμικότητα των κυμάτων, πότε είναι επικίνδυνο να βγεις προς τα έξω, πότε θα «καβαλήσουμε» το σωστό κύμα για να μας βγάλει στην ακτή. Κι όταν ήταν σίγουρος ότι μπορούσαμε να το κάνουμε μόνες μας σωστά, τέλειωναν και τα μαθήματα. Όμως, μόνες μας τα καλοκαίρια, εύκολα θα μπορούσαμε κάτι να πήγαινε στραβά… Ευτυχώς, είχαμε γονείς που δεν φοβόντουσαν Και μεγαλώσαμε κι εμείς έτσι. Ελεύθερες και χωρίς φόβους. Μέχρι την ηλικία των 15 ετών, ήμουν εκεί κάθε καλοκαίρι.
Ακόμη αναρωτιέμαι πώς μας άφηναν μόνες μας σε μια τόσο ερημική παραλία. Κι όταν το συζητάμε τώρα με τους γονείς μας, κι εκείνοι αναρωτιούνται πώς το έκαναν. Δεν χρειάζεται να εξηγήσω πως τότε δεν υπήρχαν τέτοια επίπεδα εγκληματικότητας, κρίση αξιών, οικονομική κρίση, διαδίκτυο κτλ κτλ.
Αυτή τη στιγμή η παραλία στο Μονολίθι έχει άπειρα beach bar, αμέτρητες ξαπλώστρες. Ακόμη κι αν καθίσεις με τη δική σου ομπρέλα σε μη οργανωμένο τμήμα της παραλίας, ο διπλανός σου είναι στα 5 μέτρα, οι θάμνοι έχουν κοπεί, κάποια δέντρα επίσης. Κι όπως μερικές φορές κάθομαι σ’ αυτή την παραλία, σκέφτομαι πώς θα τους φαινόταν σε όλους αυτούς, αν ήξεραν ότι εγώ κάποτε, μαζί με τις αδερφές μου, είχαμε όλη αυτή την παραλία δική μας. Δεν θα το μάθουν, δεν χρειάζεται, είναι η δική μου εμπειρία που συνέβαλε σ’ αυτό που είμαι σήμερα. Και χαμογελάω. Και είμαι περήφανη. Για μένα, τις αδερφές μου, τους γονείς μου.
Ένα Καλοκαίρι
Κωνσταντίνα Τασσοπούλου συγγραφέας

Μέσα του ’80, μέσα του Καλοκαιριού, μέσα της βδομάδας. Όχι Σαββατοκύριακο, σίγουρα. Κάποιος αναρωτιέται τι μέρα είναι και, δεν ξέρω να απαντήσω. Τρίτη ή Τετάρτη; Μήπως Πέμπτη; Είχα χάσει τις μέρες. Ο χρόνος είχε γίνει στο μυαλό μου ένα Καλοκαίρι ενιαίο, που δεν είχε λόγο να χωρίζεται. Γιατί να χωριστεί; Όλα όσα το αποτελούσαν ήταν εκεί και ήταν ένα.
Το χωριό, η γιαγιά, ο παππούς, ο θείος, ο Pac Man, το ποδήλατο, η αυλή, η μουριά, ο βασιλικός στον σκουριασμένο τενεκέ, το λάστιχο στις φασολιές, η μυρωδιά της κατσίκας, η προσμονή της θάλασσας κάθε απόγευμα. Ο ήλιος δεν έφευγε αν δεν τον βλέπαμε εμείς να βυθίζεται μέσα της. Ένας θησαυρός που θα κρυβόταν όλη νύχτα και μαζί, άλλοι κρυμμένοι θησαυροί.
Στην ποικιλία της μπύρας, ένα κρυμμένο τηγανητό καλαμάρι. Για μένα; Στο ψυγείο του καφενείου, ένα κρυμμένο παγωτό ξυλάκι, με κρυμμένο μέσα του σιρόπι κεράσι. Στο φούρνο, ένα κρυμμένο ταψί με γεμιστά και μέσα τους, κρυμμένη ζάχαρη.
Βάζαν ζάχαρη οι παλιές στις γεμιστές ντομάτες κι έτσι, διασφάλιζαν τη γλύκα. Μια γλύκα που όσο νερό κι αν πιεις, όσα χρόνια κι αν περάσουν, αντιστέκεται, δε φεύγει. Είναι αυτή που ίσως σε βοηθήσει να μην πικραθείς με τα χρόνια.
Το Καλοκαίρι δεν είναι ένα, πια.
Είναι πολλά τα Καλοκαίρια. Διαφορετικά. Χωρισμένα. Πετσοκόφτηκαν. Ξέρεις ακριβώς πότε αρχίζουν. Ξέρεις ακριβώς πότε τελειώνουν. Είναι η άδειά σου, είναι η άδεια του συναδέλφου, είναι το μέτρημα των επίσημων ημερών που δικαιούσαι και θα έρθουν να κολλήσουν στην Αργία, οπότε θα κανονίσεις να γυρίσεις τότε και θα σου απομείνουν μέρες τόσες. Είναι το μέτρημα. Είναι ο υπολογισμός.
Μα…
Αν είναι να το μετράς, πόσο Καλοκαίρι είναι; Αν είναι να το υπολογίζεις, είναι Καλοκαίρι, όντως;
Δεν αρκεί να είναι ο καιρός καλός για να είναι Καλοκαίρι.
Πρέπει να είναι και ανέμελος.
Πρέπει να σε κάνει να βρίσκεις αυτό που είσαι και ταυτόχρονα να σε κάνει να χάνεις τις μέρες.
Πρέπει να είναι Ένα Καλοκαίρι που δεν θα μπορείς μέσα στα χρόνια να ορίσεις ποιο ακριβώς, αλλά θα είναι αυτό ακριβώς που θα σε έχει ορίσει.
Ένα καλοκαίρι με άρωμα Χόλιγουντ
Λετίτσια Μουστάκη, ηθοποιός, beauty & wellness editor, δασκάλα γιόγκα

Το 2000 ήταν μια από τις πιο σουρεαλιστικές χρονιές και όχι μόνο για μένα. Αρχικά σε παγκόσμιο επίπεδο ζήσαμε την πιθανή επικείμενη «καταστροφή» που θα έφερνε ο ερχομός της νέας χιλιετίας. Τι θα συνέβαινε την Πρωτοχρονιά του 2000 όταν η ώρα θα γινόταν 00:00 και ταυτόχρονα η χρονιά θα άλλαζε σε ’00; Αν οι υπολογιστές σε όλο τον κόσμο μπλόκαραν; Τι θα συνέβαινε με τις τράπεζες, τους κυβερνητικούς οργανισμούς, το ίντερνετ, με όλες τις συναλλαγές μας τέλος πάντων; Και αν ερχόταν το τέλος του κόσμου όπως το ξέραμε; Μπορεί εσείς της Gen Ζ να γελάτε, αλλά αυτά μας απασχολούσαν πολύ τότε. Και αφού πέρασε η Πρωτοχρονιά και επιβιώσαμε, στη συνέχεια ζήσαμε στην Ελλάδα ένα άλλο σουρεαλιστικό γεγονός. Το καλοκαίρι του 2000 θα γυριζόταν στην Κεφαλλονιά μια μεγάλη, αληθινή χολιγουντιανή παραγωγή! Η πρώτη μετά από δεκαετίες. Και αυτό ξεσήκωσε τεράστιο ενθουσιασμό! Νίκολας Κέιτζ! Πενέλοπε Κρουζ! Κρίστιαν Μπέιλ! Τζον Χαρτ! Σκηνοθεσία Τζον Μέιντεν.
Και κάπου εκεί ξεκινά η δική μου σουρεαλιστική εμπειρία. Φυσικά σαν κάθε ηθοποιός που σέβεται τον εαυτό της άφησα βιογραφικό και φωτογραφία στο γραφείο παραγωγής. Εγώ και 2-3 χιλιάδες ακόμα άτομα. Έχοντας ελάχιστες ελπίδες και καθόλου αισιοδοξία το ξέχασα. Ώσπου χτύπησε το τηλέφωνό μου και μου ζήτησαν να περάσω από οντισιόν! Και μετά από μια δεύτερη οντισιόν! Και μετά από μια τελική οντισιόν που θα την έκανε ο ίδιος ο Τζον Μέιντεν. Και για να μην τα πολυλογώ, αρχές Μαΐου ανακάλυψα ότι θα είμαι μία από τις 7 Ελληνίδες που θα υποδυθούν τις Ιταλίδες ελευθέρου ηθικής (για να το θέσω κομψά) που έρχονται μαζί με τον Ιταλικό στρατό στην υπό κατάληψη Κεφαλλονιά. Δεν το είπα σε κανέναν γιατί απλά δεν πίστεψα ότι κάτι τέτοιο μπορεί να μου συμβαίνει. «Σιγά μην πέρασες από οντισιόν με άλλες 1500 γυναίκες και διάλεξαν εσένα» έλεγα στον εαυτό μου. Το «σύνδρομο του απατεώνα» στα καλύτερά του! Συνειδητοποίησα ότι δεν είναι πλάκα όταν πάτησα το πόδι μου στο αεροδρόμιο του νησιού και ξεκινήσαμε πρόβες.
Είναι ζήτημα αν σε ολόκληρη την ταινία εμφανιζόμασταν ενάμισι λεπτό, όμως γι’ αυτό το ενάμισι λεπτό κάναμε δύο εβδομάδες πρόβες και μία εβδομάδα γύρισμα. Πρόβες για το τανγκό που θα χορεύαμε με τους στρατιώτες («Μην ανησυχείτε αν κάνετε λάθος. Ούτως ή άλλως κανείς δεν θα χορέψει καλύτερα από την Πενέλοπε»), πρόβες για την άφιξή μας με το πολεμικό πλοίο (δεν μπορώ να περιγράψω τη δυσκολία να κατεβείς με τακούνια μια τόση δα στενή σκαλίτσα, σε ένα πλοίο που κουνιέται ασταμάτητα), πρόβες για τις σκηνές στην παραλία που λιαζόμασταν. Εκεί που έντρομη έμαθα ότι θα πρέπει να καπνίζω.
«Μα εγώ δεν έχω καπνίσει ποτέ μου» τους είπα, αναλογιζόμενη ταυτόχρονα αν αξίζει ο κόπος να το αρχίσω. Τόσες θυσίες έχουν κάνει οι ηθοποιοί για έναν ρόλο, να μην κάνω και εγώ μία;
«Μην ανησυχείς, είναι ψεύτικο τσιγάρο. Δεν έχει καπνό, κανείς δεν καπνίζει.»
«Τέλεια, δεν θα με διώξουν» σκέφτηκα και χαμογέλασα.
Τα πράγματα κυλούσαν ήρεμα μέχρι τη στιγμή που συναντήσαμε τους Ιταλούς που θα έπαιζαν τους φίλους και συμπολεμιστές του Λογαχού Κορέλι (ιδέ Νίκολας Κέιτζ). Τότε έγινε το πανδαιμόνιο! Έχεις ακούσει το «Ούνα φάτσα, ούνα ράτσα (una faccia una razza)»; Ε, αυτό ακριβώς! Καθόλου δεν χάρηκε το συνεργείο που είχε να διαχειριστεί 25 νέους ανθρώπους που φώναζαν, γέλαγαν και αστειεύονταν όλοι μαζί.
«Μην μιλάτε πολύ. Μην γελάτε δυνατά. Μη φωνάζετε! Action!». Τουλάχιστον όταν ακουγόταν το action κάναμε ησυχία… κάτι είναι και αυτό! Και κάθε βράδυ βγαίναμε μαζί για φαγητό στη μοναδική ταβέρνα του χωριού, εκεί που κανέναν δεν ενοχλούσαμε.
Ώσπου ένα βράδυ τον είδαμε… Ήταν ψηλός, ελάχιστα διαφορετικός από ότι στις ταινίες, μόνο με λιγότερα μαλλιά, πιο αδύνατος και αρκετά γυμνασμένος. Ο Νίκολας Κέιτζ! Ήρθε μαζί με τον προσωπικό του γυμναστή, τον Λι, και κάθεται στο τραπέζι μας σαν να είναι το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο.
«Hi, I’m Nicholas. How are you?» (Γεια, είμαι ο Νίκολας. Τι κάνετε;) είπε με έντονη ιταλική προφορά.
Και για πρώτη φορά τόσες μέρες που ήμασταν στο νησί, κάναμε ησυχία. Ακριβώς τη στιγμή που θα έπρεπε να μιλήσουμε. Ο Κέιτζ επέμεινε, ήθελε να μάθει τα ονόματά μας, ποιοι είμαστε, τι κάνουμε. Σαν να είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος και όχι αυτός που έχει πάρει Όσκαρ και έχει γυρίσει τις μεγαλύτερες επιτυχίες των ‘90s.
Και κάπως έτσι γίναμε… κολλητοί. Πήγαμε με την Αγγελική στο σπίτι του για καφέ, για μπάνιο στο Μύρτο, για φαγητό τα βράδια. Πάντα γελαστός, άνετος, αυθόρμητος, συνήθως εφεύρισκε ένα θέμα για συζήτηση, του άρεσε να μιλάει με τον γιό του στο τηλέφωνο, απεχθανόταν την πρώην γυναίκα του. Τόσο «φίλο» μου τον θεώρησα που είχα το θράσος να προτείνω να οδηγήσω εγώ τη Mercedes όταν είδα ότι δυσκολεύεται με τις ταχύτητες (ευτυχώς η άγρια ματιά του Λι, με επανέφερε γρήγορα στη θέση μου). Δεν θα μπορούσα να πω τίποτα κακό για τον Κέιτζ. Αν ακούγοντας τη λέξη σταρ σας έρχεται στο μυαλό κάποιος απόμακρος, σνομπ τύπος, σίγουρα δεν είναι αυτός ή τουλάχιστον δεν ήταν έτσι όταν τον γνωρίσαμε. Method acting; Θα μπορούσε.
Η Πενέλοπε Κρουζ πάλι ήταν εντελώς διαφορετική. Πρώτα από όλα είναι ο πιο φωτογενής άνθρωπος που έχω συναντήσει ποτέ (ακόμα και σήμερα). Η μεταμόρφωσή της μπροστά στο φακό είναι απίστευτη. Αυτό το αδύνατο κορίτσι με την ωραία κορμοστασιά που όμως πέρναγε αδιάφορη όταν την συναντούσες από κοντά, γινόταν μια φλογερή γυναίκα μπροστά στις κάμερες. Ο φακός δεν την αγάπαγε, την λάτρευε! Ήταν η στιγμή αυτή που κατάλαβα ότι η Πενέλοπε θα μας απασχολούσε για πολλά ακόμη χρόνια. Η συμπεριφορά της πάντως ήταν η αντίθετη αυτής του Κέιτζ. Απόμακρη, αποστασιοποιημένη, δεν ήθελε ούτε αστεία ούτε συζητήσεις. Για να την δικαιολογήσω βέβαια, πρέπει να πω ότι ήταν η πρώτη της χολιγουντιανή υπερπαραγωγή, είχε πολύ στρες και τα αγγλικά της δεν ήταν καθόλου καλά. «Καπνίζω γιατί έχω άγχος» απάντησε σε κάποιον Κεφαλλονίτη που της έκανε την παρατήρηση: «Μην καπνίζεις, μικρή κοπέλα». Απόλυτα συγκεντρωμένη πριν από κάθε λήψη, συνήθιζε να κάνει μικρά επιτόπου πηδηματάκια για να μην αφήσει την ενέργειά της να πέσει.
Όμως όλα τα ωραία κάποτε περνούν… Ο ρόλος μου τελείωσε και μαζί η παραμονή μου στην Κεφαλλονιά. Επιστροφή στην Αθήνα με μια περίεργη θλίψη που όμως δεν ήταν και θλίψη. Όταν έχεις ζήσει κάτι τόσο απίστευτο, το έχεις ευχαριστηθεί και έχεις κάνει το καλύτερο που μπορούσες, δεν είσαι θλιμμένος επειδή τελείωσε. Όχι, καθόλου! Ήμουν σε μια ήρεμη, ευτυχισμένη παύση και αναλογιζόμουν το μετά. Κάτι που το ευνοούσαν και οι συνθήκες. Όλοι ήθελαν να μάθουν τι γινόταν στην Κεφαλλονιά. Συναντήσεις, οντισιόν, γυρίσματα, πρόβες, φωτογραφήσεις, συνεντεύξεις… Πράγματα που πρώτη φορά τα ζούσα (και δεν τα ξαναέζησα ποτέ). Τα πρωινά είχα γύρισμα για μια σειρά, τα βράδια έβγαινα βόλτα στον πεζόδρομο της Χάρητος στο Κολωνάκι, δροσιζόμουν ξενυχτώντας, πίνοντας ανθρακούχο νερό με πλαστικό καλαμάκι και τρώγοντας τυρόπιτα από το θερινό σινεμά «Αθηναία» που ήταν δίπλα.
Είχα και τον σκύλο μου μαζί, τον Ναμπούκο, ένα Τσόου Τσόου που όπως και τα περισσότερα της ράτσας του βαριόταν θανάσιμα. Ήταν πάντα μαζί μου, χωρίς λουρί, καθόταν δίπλα μου και κοιμόταν. Πότε πότε ξύπναγε, περπάταγε από την καρέκλα ως τον θάμνο δίπλα, τον μύριζε και γύριζε να ξανακάτσει.
«Βρε κοπελιά» μου είπε ένας μια μέρα «έχω και εγώ ένα Τσόου, αλλά ο δικός σου είναι πολύ δραστήριος».
Τώρα έχει φύγει ο Ναμπούκο για πάντα. Για να το κάνω πιο εύκολο, μου λέω ότι πήγε στην Κόπα Καμπάνα. Με τα χρόνια έγινε πολύ δημοφιλής η Κόπα Καμπάνα. Έχουν πάει φίλοι, γνωστοί, συγγενείς, κατοικίδια, ακόμη και κάποιοι από τους συντελεστές της ταινίας… Νομίζω ότι με περιμένουν όλοι μαζί να πάω να τους βρω. Ελπίζω να αργήσω πολύ ακόμη, έχω διάφορα να κάνω.
Τελευταια έξοδος: Σαντορίνη
Γλαύκη Πακάλη, Fashion Conscious Observer & beauty editor

Μερικές φορές νομίζω πως η ζωή μου είναι τα καλοκαίρια μου, καθώς είναι η εποχή που αγαπώ περισσότερο από όλες και ευτυχώς έχω πολλά καλοκαίρια να θυμάμαι και να αναπολώ στο μέλλον.
Το να σκεφτώ ποιο ήταν το πιο ευτυχισμένο, το πιο περιπετειώδες, το πιο μοναχικό, το πιο βαρετό, το πιο ανέμελο, δεν είναι δύσκολο, δύσκολο είναι να επιλέξω ποιο θα περιγράψω.
Αποφάσισα λοιπόν να πάω πίσω στο 1987, ήταν το τελευταίο καλοκαίρι με τη μητέρα μου, η οποία ούσα υγιής-ακόμα- λες και το ήξερε θα έλεγα πως ήταν το καλοκαίρι των ατελείωτων ταξιδιών και εμπειριών.
Αγαπούσε πολύ τα ταξίδια και εκείνη την χρονιά, θα μας έπαιρνε με τον αδερφό μου, επειδή ο πατέρας μου δούλευε, να πάμε αρχικά σε ένα «εξωτικό» μέρος, που δεν είχαμε πάει ποτέ ξανά και η αλήθεια είναι πως δεν είχαμε ποτέ ξανακούσει. Την Σαντορίνη.
Η Σαντορίνη τότε ήταν ένα νησί, που πήγαιναν κατά βάση μόνο ξένοι τουρίστες. Δεν είχε υπερτουρισμό, δεν πήγαιναν Έλληνες. Όταν έλεγα στους συμμαθητές μου πως θα πάμε Σαντορίνη, με ρωτούσαν που είναι αυτό το νησί και αν είναι στην Ελλάδα.
Μετά τον θρίαμβο του Eurobasket, μας περίμενε ο δικός μας θρίαμβος, θα ταξιδεύαμε πρώτη φορά με αεροπλάνο. Καθόμασταν στο αεροδρόμιο του Ελληνικού με τον αδερφό μου, όταν ξαφνικά είδαμε μπροστά μας την Εθνική μπάσκετ. Την εθνική του Γκάλη και του Γιαννάκη. Αυτό που ζούσαμε εκείνη τη στιγμή με τον αδερφό μου, ξεπερνούσε κάθε όνειρο. Καλύτερος οιωνός για το ταξίδι δεν υπήρχε.
Δε θυμάμαι μετά από τόσα χρόνια ποιους παίκτες είχαμε δει, θυμάμαι πως βγάζαμε φωτογραφίες, με εκείνες τις παλιές φωτογραφικές μηχανές, λέγοντας στη μαμά μας: «Μαμά βάλε φλας». Στη μέση ένας παίκτης κάθε φορά και εμείς μικρογραφίες διπλά τους. Έχουν περάσει 38 χρόνια αλλά εκείνο το συναίσθημα δε θα το ξεχάσουμε ποτέ. Είχε δίκιο η Μάγια Αγγέλου για το συναίσθημα, δεν ξεχνάς ποτέ πως σε έκανε να νιώσεις κάποιος.
Και μετά;
Μετά το αεροπλάνο, η Σαντορίνη, τα Φηρά, όταν τα αντικρύσαμε πρώτη φορά, έτσι ανόθευτα και μαγικά που ήταν τότε, νομίζαμε πως ζούσαμε σε ένα όνειρο. Ο δρόμος για την Οία στενός και χωματόδρομος. Όταν συναντιόντουσαν δύο λεωφορεία στις στροφές, ελάχιστα το ένα απείχε από το γκρεμό και οι τουρίστριες να ουρλιάζουν από φόβο! Να βγάζεις το κεφάλι από το παράθυρο και να βλέπεις γκρεμό! Βόλτες, ατελείωτες ώρες στη θάλασσα, βράδυ στα Φηρά και ξαφνικά μπροστά μας o Paul King του MTV .
Κάθε μέρα και μία εμπειρία. Φαγητό στα πιο απίθανα μέρη, είχαμε γνωρίσει ένα ζευγάρι Γερμανών, που με τα παιδιά τους κάναμε παρέα, παρόλο που δεν ήξερε κανείς τη γλώσσα του άλλου. Λίγο ο αδερφός μου, που ήταν μεγαλύτερος, μιλούσε στα Αγγλικά. Η μαμά μου συνεννοούνταν στη γλώσσα της αγάπης, είναι η γλώσσα της διάθεσης να θέλεις πραγματικά να επικοινωνήσεις με τον άλλον. Κάναμε παρέα με Γερμανούς, χωρίς να μιλάει κανείς τη γλώσσα του άλλου αλλά υπήρχε η χαρά της πραγματικής επικοινωνίας. Ήταν οι εποχές που γενικώς δεν υπήρχαν πράγματα να χωρίζουν εύκολα τους ανθρώπους.
Ηλιοβασιλέματα και αλμύρα, μία μαμά που έκανε τα πάντα για τα παιδιά της, για να αποκτήσουν εμπειρίες… Ήταν ένα ταξίδι εικόνων, γνωριμιών, γεύσεων, ξεγνοιασιάς, πραγματικής ομορφιάς. Όταν έφτασε η μέρα να φύγουμε κλαίγαμε, μας είχε χαρίσει μαγικές στιγμές η Σαντορίνη. Μας είχε χαρίσει την αξία τού να ταξιδεύεις, να γνωρίζεις ανθρώπους, να δοκιμάζεις γεύσεις, να απολαμβάνεις την ομορφιά και μάλιστα τότε -στην πιο ανόθευτη μορφή της- μας χάρισε τις τελευταίες διακοπές με τη μαμά μας, μας χάρισε την ενέργεια που βγαίνει από τα έγκατα της γης, μας χάρισε τη μία και μοναδική αλήθεια: Τα καλύτερα καλοκαίρια είναι εκείνα που τα περνάς με τους ανθρώπους που αγαπάς πολύ. Τα καλοκαίρια με τους ανθρώπους που κάνουν το παν για να νιώθεις ευτυχισμένος. Αυτό από μόνο του αξίζει να αποτελεί πυξίδα για όλη τη μετέπειτα ζωή σου. Να μη συμβιβάζεσαι με τίποτα λιγότερο.
Και το παραμύθι δεν τελείωσε…
Κατερίνα Καραβαγγέλη, δασκάλα γιόγκα & συγγραφέας

Τι κι αν όλα τα παραμύθια έχουν έναν πρίγκιπα με ένα άσπρο άλογο… Η Φεγγαρόλουστη τον γνώρισε ξυπόλητη, με αλάτι στα μαλλιά και άμμο στην καρδιά. Δεν είχε ούτε άλογο, ούτε πανοπλία. Μόνο κάτι μάτια που έμοιαζαν να είχαν διαβάσει πολλά παραμύθια και μια φωνή που μιλούσε σαν να ήξερε το δικό της… Τα βλέμματα διασταυρώθηκαν έντονα σε ένα ξύλινο παγκάκι φαγωμένο από τον άνεμο και την αλμύρα. Κάτω από το φως της Σελήνης… Ένα σούρουπο του Ιούνη που έμοιαζε να είναι ίδιο με τα προηγούμενα μόνο που έμελλε να είναι ο μάρτυρας της πιο ρομαντικής, καλοκαιρινής ιστορίας. Το παραμύθι είχε σκαμπανεβάσματα, σαν μια βάρκα σε μπόρα καλοκαιρινή. Πέρασαν κύματα και ωκεανοί ολόκληροι και η βάρκα έμπαζε νερά… Ξανά και ξανά… Μα αυτή κατάφερνε με το πείσμα της να στέκει αγέρωχη στον χρόνο. Και τότε ήρθε στο παραμύθι ο βασιλικός… τόσο έντονος και μεθυστικός όπως το άρωμά του. Ο Νηρέας δεν ήξερε πως οι πιο δυνατές αναμνήσεις δεν είναι ούτε λέξεις, ούτε φιλιά. Είναι μυρωδιές που δεν ξεθωριάζουν. Εκείνον τον έλεγαν Νηρέα. Ίσως γιατί έμοιαζε με νερό _ ήσυχος, βαθύς και πάντα να βρίσκει χαραμάδες μέσα της, σαν να μην υπήρχε πόρτα που να μην μπορούσε να διαβεί με τη φωνή του. Και εκείνη Φεγγαρόλουστη γιατί είχε τις καμπύλες και τις χάρες της Σελήνης. Μυστήρια, σαγηνευτική με μια σπάνια μαλακότητα και λάμψη. Ίσως αυτό δεν ήταν παραμύθι… Ίσως δεν είχε τέλος… Ίσως συνέχιζε αλλού με άλλο φως και άλλο χρώμα… Κάτι ανάμεσα στο γκρι της Πανσελήνου και το μαύρο της Νέας Σελήνης. Ένα χρώμα απροσδιόριστο που είχε φτιαχτεί μονάχα γι’ αυτούς…
Γράμματα από τα Άστρα – Μια αληθινή ιστορία αγάπης, απώλειας και του θάρρους να ξεκινήσεις ξανά
Nicole Meeuws, εικαστικός

Ήταν το πρώτο μου καλοκαίρι μαζί σου.
Όχι απλώς μια εποχή. Όχι απλώς ένας καινούριος άντρας.
Αλλά η πρώτη φορά που η αγάπη δεν ήρθε σαν καταιγίδα,
αλλά σαν φως πρωινού—ήσυχο, απαλό, σταθερό.
Γνωριστήκαμε στο διαδίκτυο, το 2008.
Εγώ ήμουν ήδη στη Νότια Αφρική,
παρασυρμένη από έναν άντρα που νόμιζα πως ήταν το πεπρωμένο μου.
Ήταν όλα όσα πίστευα ότι είναι η αγάπη—
άγριος, μαγνητικός, αδάμαστος.
Ψυχή Σκορπιού, με μάτια σαν φωτιά,
μακριά μαύρα μαλλιά, σώμα πολεμιστή,
και καρδιά φτιαγμένη από σκιές.
Ήταν εγκληματίας.
Και όμως, για μένα ήταν ελευθερία—
ωμή, επικίνδυνη, μεθυστική.
Και τον ακολούθησα,
μέχρι τα βάθη της ζούγκλας,
μέσα στην πράσινη τρέλα.
Μέσα σε μια σιωπή τόσο δυνατή που διέλυε την ψυχή μου.
Νόμιζα πως ήταν αγάπη.
Νόμιζα πως ο πόνος, η προσμονή,
η συνεχής επαιτεία για λίγη προσοχή—
ήταν αγάπη.
Και μέσα σε όλο αυτό,
εσύ εμφανίστηκες.
Ήσυχος. Τρυφερός.
Μου έστελνες email—μικρά πράγματα.
Σκέψεις για τα άστρα, το σύμπαν,
αστρικά ταξίδια και διαλογισμό.
Λόγια περίεργα, απαλά,
γεμάτα παρουσία.
Στην αρχή σε νόμιζα αδύναμο.
Πολύ συναισθηματικό. Πολύ ευαίσθητο.
Δεν ήξερα ακόμα
ότι η ευγένεια είναι κι αυτή δύναμη.
Κι ενώ εγώ χανόμουν,
καθώς με κατάπινε μια τοξική, βίαιη σιωπή—
εσύ μου έγραφες.
Μου θύμιζες τι θα μπορούσε να είναι η αγάπη.
Όχι φωτιά.
Αλλά φως.
Κι όμως, έμεινα εκεί.
Έξι ολόκληρα χρόνια.
Μόνη με τα φίδια,
τους μπαμπουίνους, τα παγώνια,
και έναν άντρα που είχε γίνει μύθος και όχι σύντροφος.
Δεν ήταν ποτέ εκεί.
Και όσο λιγότερο ερχόταν,
τόσο περισσότερο τον κυνηγούσα.
Μέχρι που δεν αναγνώριζα πια τον εαυτό μου στον καθρέφτη.
Έφυγα όταν δεν είχα τίποτα να δώσω πια.
Άφησα πίσω τη ζωή μου,
τα σκυλιά μου—χτύποι της καρδιάς μου από κουτάβια—
το σπίτι, τις αναμνήσεις,
την ψευδαίσθηση.
Στα 36, επέστρεψα στο πατρικό μου στην Αγγλία.
Άδεια.
Σπασμένη.
Φοβισμένη.
Και τότε με πήρες τηλέφωνο.
Μετά από τόσα χρόνια σιωπηλής σύνδεσης,
επικοινώνησες με τη φωνή σου—πραγματική, τρεμάμενη, ευγενική.
Είπες: «Έλα στην Κω. Μόνο για ένα Σαββατοκύριακο.»
Δεν είχα χρήματα.
Καμία πίστη στους άντρες.
Καμία ελπίδα στην αγάπη.
Αλλά υπήρξε ένας ψίθυρος μέσα μου—
μια φωνή απαλή, αλλά σταθερή:
«Ακολούθησε τη μεγαλύτερη σου χαρά.»
Και την άκουσα.
Πήρα το αεροπλάνο,
με καρδιά που χτυπούσε δυνατά,
χέρια που έτρεμαν,
χωρίς καμία βεβαιότητα εκτός από μία:
ότι κάτι μέσα μου έπρεπε να αλλάξει.
Έβαλα λίγο άρωμα στο δέρμα μου.
Κάτι φρέσκο. Κάτι απαλό.
Μια μικρή πράξη ελπίδας.
Και τότε σε είδα.
Από μακριά.
Ψηλός, ήσυχος, με μάτια σαν ζεστή γη.
Πλησίασες αργά.
Χωρίς επίδειξη. Χωρίς βιασύνη.
Σταθήκαμε πρόσωπο με πρόσωπο.
Και για λίγα δευτερόλεπτα, τίποτα δεν είπαμε.
Μετά απλώσαμε τα χέρια μας,
και αγκαλιαστήκαμε.
Τα δάκρυα κύλησαν από τα μάτια μου.
Χρόνια προδοσίας.
Χρόνια πόνου.
Χρόνια που ήμουν αόρατη—
ξεχύθηκαν μέσα στην αγκαλιά σου.
Και ένιωσα ειρήνη.
Ένιωσα σπίτι.
Όχι επειδή με συμπλήρωσες,
αλλά επειδή είχα τελικά επιστρέψει στον εαυτό μου.
Ήταν να φύγω μετά το Σαββατοκύριακο.
Δεν έφυγα ποτέ.
Και όμως—η αληθινή αγάπη δεν σημαίνει πως ο πόνος τελειώνει.
Σημαίνει πως έχεις επιτέλους κάποιον
να τον αντιμετωπίσεις μαζί.
Δώδεκα χρόνια έχουν περάσει.
Δώδεκα καλοκαίρια.
Όχι όλα τέλεια.
Κάποια σημαδεμένα από τα ανθρώπινα.
Πληγές όχι μόνο από το παρελθόν,
αλλά και από εμάς τους ίδιους.
Γιατί ακόμα κι η αγάπη που έρχεται από τ’ άστρα,
μπορεί να σε πληγώσει εδώ στη γη.
Κι έμαθα:
Χρειάζονται δύο για να χορέψεις.
Δύο για να κρατήσουν τη χαρά.
Δύο για να σταθούν μέσα στη φωτιά.
Δύο για να αναλάβουν την ευθύνη των πληγών,
και δύο για να επιλέξουν—ξανά και ξανά—
να γιατρέψουν μαζί.
Ποτέ, ποτέ δεν είναι μονόπλευρο.
Και όσο κι αν πονάει,
αν η αγάπη είναι αληθινή,
αν οι καρδιές μένουν ανοιχτές,
αν η συγχώρεση γεννιέται από την αλήθεια—
τότε η αγάπη,
πάντα θα νικά.
Letters from the Stars – A true story of love, loss, and the courage to begin again
By Nicole Meeuws, Artist

It was the first summer with you.
Not just another season. Not just another man.
But the first time love didn’t come like a storm,
but like morning light, quiet, soft, persistent.
We had met online in 2008.
I was in South Africa by then,
whisked away by a man I thought was my destiny.
He was everything I believed love should be,
wild, magnetic, untamed.
A Scorpion soul with eyes like fire,
long black hair, the body of a warrior,
and a heart built of shadow.
He was a criminal.
But to me, he was freedom,
raw, dangerous, exhilarating.
And I followed him,
right into the jungles of rural South Africa.
Into the green madness.
Into silence so loud it broke my soul.
I thought it was love.
I thought that the ache, the longing,
the constant chasing of scraps of attention,
was love.
And during that time,
you appeared.
Quiet. Gentle.
You sent me emails, small things.
Thoughts about the stars, the universe,
astral travel and meditation.
Strange words, soft words,
full of presence.
At first, I thought you were weak.
Too emotional. Too sensitive.
I didn’t yet know
that gentleness was a kind of strength.
But while I was disappearing,
while I was being consumed in a toxic, violent silence,
you wrote to me.
You reminded me what love could be.
Not fire.
But light.
Still, I stayed in that place.
For six long years I stayed.
Alone with the snakes,
the baboons, the peacocks,
and a man who became more myth than partner.
He was never there.
And the less he came,
the more I chased.
Until my own reflection no longer knew my name.
I left when I had nothing left.
I left behind my life,
my dogs, my heartbeats since they were pups,
my home, my memories,
my illusion.
At 36, I returned to my parents’ house in the UK.
Empty.
Broken.
Afraid.
And then you called.
After all those years of quiet connection,
you reached out with your voice, real, trembling, kind.
You said, “Come to Kos. Just for the weekend.”
I had no money.
No faith in men.
No belief left in love.
But there was a flicker in me,
a voice, soft but steady:
“Follow your highest joy.”
And I listened.
I boarded that plane,
heart pounding, hands shaking,
uncertain of everything except the fact
that something needed to change.
I sprayed a little perfume on my skin.
Something fresh. Something soft.
A tiny act of hope.
And then I saw you.
In the distance.
Tall, quiet, with eyes like brown earth.
You walked slowly toward me.
No urgency. No performance.
We stood face to face.
And for a long moment, said nothing.
Then we reached out,
and held each other.
Tears streamed down my face.
Years of betrayal.
Years of ache.
Years of being invisible,
all pouring out into your arms.
And I felt peace.
I felt home.
Not because you completed me,
but because I had finally arrived into myself.
I was supposed to leave after the weekend.
I never did.
And yet, real love doesn’t mean the pain ends.
It simply gives you both a chance to face it.
Twelve years have passed.
Twelve summers.
Not all perfect.
Some scarred with the weight of human mistakes,
wounds caused not just by the past,
but by each other.
Because even love that comes from the stars
can bruise you here on earth.
And I’ve learned:
It takes two to dance.
Two to hold the joy.
Two to sit in the fire.
Two to take responsibility for what was broken,
and two to choose, again and again,
to heal, together.
It’s never, ever one-sided.
And though it’s painfully hard,
if love is real,
if hearts remain open,
if forgiveness is born from truth,
then love,
will always win.








