Type to search

Slider Ψυχολογία & Ευεξία

Στη σκιά των πυραύλων: 6 μέρες παγιδευμένοι στον πόλεμο στο Άμπου Ντάμπι

Share

Πώς βίωσα τον πόλεμο της 28ης Φεβρουαρίου 2026 όταν βρέθηκα αποκλεισμένη στο αεροδρόμιο του Αμπού Ντάμπι ενώ ο συναγερμός χτύπαγε συνέχεια και από τον γυάλινο θόλο του αεροδρομίου μπορούσαμε να δούμε τους πυραύλους να σχίζουν τον ουρανό και (ευτυχώς) τα αντιπυραυλικά συστήματα να τους εξουδετερώνουν. Πώς από την ξενοιασιά και ανεμελιά ενός ταξιδιού αναψυχής περάσαμε στο σκηνικό του πολέμου και στον απόλυτο φόβο. Πώς πίσω από μια «ακύρωση πτήσης» κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία επιβίωσης.

Λένε πως τα ταξίδια τα σχεδιάζουμε εμείς, αλλά τα εκτελεί η μοίρα. Όταν ξεκινήσαμε για την Ιαπωνία, το μυαλό μας ήταν γεμάτο με τις εικόνες των ανθισμένων κερασιών, την ηρεμία των ναών του Κιότο και την τεχνολογική υπεροχή του Τόκιο. Κανείς δεν μας είχε προειδοποιήσει ότι ο σταθμός μας στο Αμπού Ντάμπι δεν θα ήταν απλώς μια 6ωρη αναμονή για την επόμενη πτήση, αλλά η είσοδός μας σε μια εμπόλεμη ζώνη που θα δοκίμαζε τα όρια της ψυχής μας.

Η στιγμή που ο κόσμος πάγωσε

Φύγαμε απο την Αθήνα στις 6 το πρωί για Τόκιο, με ενδιάμεσο σταθμό το Αμπού Ντάμπι. Φτάσαμε στο αεροδρόμιο του Αμπού Ντάμπι με τη χαρά του ταξιδιώτη που βρίσκεται στα μισά της διαδρομής και λίγο μόνο τον χωρίζει από τον τελικό του προορισμό, την δική του Ιθάκη. Γνωρίζαμε για το πολεμικό κλίμα που είχε δημιουργηθεί το τελευταίο χρονικό διάστημα στην περιοχή, δεν μπορούσαμε όμως να κάνουμε και κάτι για να το αλλάξουμε. Τα εισιτήρια είχαν βγει 10 μήνες πριν. Ελπίζαμε ότι θα προλαβαίναμε. Κάθε φορά που ο σύζυγός μου έλεγε: «Άσχημη μέρα το Σάββατο. Σάββατο ξεκινούν οι πόλεμοι, είναι κλειστά τα χρηματιστήρια», τον αποθάρρυνα και τον κοιτούσα αυστηρά. Δεν ήθελα τίποτα να μου χαλάσει το όνειρο. Ο πρώτος υπάλληλος που συναντήσαμε στον έλεγχο διαβατηρίων μας χαμογέλασε γλυκά και μας είπε: «We have a war. We don’t know what will happen with your flight» (Έχουμε πόλεμο. Δεν ξέρουμε τι θα γίνει με την πτήση σας). Ο άντρας μου με κοίταξε με το βλέμμα του «στά ‘λεγα εγώ!». Πράγματι η ατμόσφαιρα στο αεροδρόμιο ήταν βαριά. Ο συναγερμός χτυπούσε κάθε λίγη ώρα στα κινητά των χιλιάδων ταξιδιωτών που είχαμε μαζευτεί στο αεροδρόμιο, μπορούσαμε να δούμε πυραύλους να αναχαιτίζονται στον ουρανό από τον γυάλινο θόλο του αεροδρομίου. Οικογένειες με μικρά παιδιά που έκλαιγαν, άνθρωποι μεγαλύτεροι σε ηλικία που στρεσάρονταν για τα φάρμακά τους, ζευγάρια που βιαζόντουσαν να πάνε στην πατρίδα τους γιατί εργάζονταν την επομένη, εργάτες γης και οικιακές βοηθοί που είχαν κάνει αιματηρές οικονομίες για να πάνε στις μακρινές πατρίδες τους για διακοπές… Ένα πλήθος ετερόκλητων ανθρώπων που ήθελε απλώς να φύγει.

Μια επ’ αόριστον παραμονή

Οι οθόνες των αναχωρήσεων, που μέχρι πριν λίγο έδειχναν προορισμούς σε όλο τον κόσμο, άρχισαν να κοκκινίζουν. “Cancelled”, “Delayed”, “Scheduled”. Μέσα σε λίγες ώρες, ο εναέριος χώρος πάνω από την περιοχή έγινε το σκηνικό μιας γεωπολιτικής έκρηξης. Ο πόλεμος είχε ξεσπάσει. Δεν ήταν πια μια είδηση στην τηλεόραση. Ήταν η δική μας πραγματικότητα. Η πτήση μας για την Ιαπωνία δεν θα έφευγε εκείνο το βράδυ, στην πραγματικότητα κανείς δεν ήξερε να μας πει πότε και αν θα έφευγε. Αντί για το κάθισμα του αεροπλάνου, βρεθήκαμε σε ένα σχολικό λεωφορείο που είχε ναυλώσει η αεροπορική εταιρεία Etihad για να μας μεταφέρει στο ξενοδοχείο Marriott που θα μέναμε «indefinitely» (επ’ αόριστον) όπως με είχε πληροφορήσει ένας πολύ ευγενικός υπάλληλος. Φώτα, λεωφόροι, εορταστικοί στολισμοί καθότι γιόρταζαν το Ραμαζάνι, κίνηση, αυτοκίνητα, πύραυλοι που έσχιζαν τον ουρανό… Διασχίζαμε τους δρόμους των Εμιράτων. Μια διαδρομή που έμοιαζε με απόδραση, ενώ στην πραγματικότητα ήταν η αρχή ενός ιδιότυπου εγκλωβισμού. Θα ήθελα πολύ να κλάψω, αλλά τα δάκρια δεν μου ταιριάζουν. Ήταν μια νέα εμπειρία, και ως τέτοια αποφάσισα να την αντιμετωπίσω. Είχα και μια φίλη της μαμάς μου, τη Σόφη που με πήρε τηλέφωνο από το Βέλγιο που μένει για να μου πει γελώντας: «Λετίτσια μου μια εμπειρία είναι και αυτή. Αυτά θα έχεις να θυμάσαι. Αχ, τι μου θύμισες! Και εγώ έτσι το έσκασα όταν έγινε ο πόλεμος των έξι ημερών το 1967 και έπρεπε να φύγω από το Ιράκ για να πάω στο κοντινότερο αεροδρόμιο στο Ιράν και να γυρίσω Ελλάδα. Και είχα και ένα παιδί αγκαλιά! Αχ, ωραία χρόνια».

Η σουίτα των αντιθέσεων

Το ξενοδοχείο Marriott ήταν η επιτομή της πολυτέλειας. Μια σουίτα που υπό άλλες συνθήκες θα ήταν το όνειρο κάθε ταξιδιώτη, μετατράπηκε σε ένα πολυτελές καταφύγιο αγωνίας. Τα τεράστια παράθυρα, που προσέφεραν πανοραμική θέα στην έρημο και την πόλη, έγιναν ξαφνικά ο μεγαλύτερος φόβος μας. Εκεί, στον 11ο όροφο, ζήσαμε το απόλυτο παράδοξο: να μένεις σε μια σουίτα 200 τ.μ., να περιβάλλεσαι από βελούδα και κρυστάλλους, ενώ έξω ο ουρανός «βρέχει» φωτιά και η σειρήνα δεν σταματά να χτυπά στο κινητό σου. Οι σειρήνες του Αμπού Ντάμπι χαράχτηκαν στην ψυχή μου. Είναι ένας ήχος διαπεραστικός, που σου υπενθυμίζει ότι παρά την πολυτέλεια, η ασφάλεια είναι μια ψευδαίσθηση. Όταν οι πύραυλοι άρχισαν να διασχίζουν τον ορίζοντα και τα αντιπυραυλικά συστήματα ενεργοποιήθηκαν, η λάμψη τους δεν ήταν το θέαμα που περιμένεις από μια φουτουριστική πόλη. Ήταν το φως του κινδύνου.

Αμπού Ντάμπι, Μάρτιος 2026, στη σουίτα στο Marriott. Όταν ο ορίζοντας παύει να είναι υπόσχεση για ταξίδι και γίνεται το όριο ενός χρυσού κλουβιού υπό την απειλή των πυραύλων.

Η πολιορκία της αναμονής

Περάσαμε ώρες ολόκληρες κολλημένοι στα κινητά μας, προσπαθώντας να επικοινωνήσουμε με την Ελλάδα, με το πρακτορείο, με όποιον μπορούσε να μας δώσει μια ελπίδα διαφυγής. Η Μαρία, η ταξιδιωτική μας πράκτορας από το Dias Tours έγινε η φωνή μας με τον έξω κόσμο, ο δικός μας συνδετικός κρίκος με τη λογική. Έκανε ότι ήταν δυνατόν για να μας βοηθήσει να απεγκλωβιστούμε. Μέιλ και τηλέφωνα στην αεροπορική εταιρεία, ατελείωτα τηλεφωνήματα σε εμάς για να σκεφτούμε πώς θα το αντιμετωπίσουμε, δούλεψε υπερωρίες ακόμα και Κυριακή για να μας βοηθήσει. Όμως, μέσα στη σουίτα, ο χρόνος είχε σταματήσει. Κάθε δόνηση των τζαμιών, κάθε μακρινός κρότος, μας έκανε να παγώνουμε. Η καρδιά μας έτρεμε, όχι για την ταλαιπωρία, αλλά για το άγνωστο. Θα μπορέσουμε να φύγουμε; Θα κλιμακωθεί η κατάσταση; Πόσο ασφαλείς είμαστε μέσα σε έναν γυάλινο πύργο όταν γύρω μαίνεται η σύρραξη;

Το χρυσό κλουβί

Η «αναγκαστική παραμονή» δεν είναι απλώς μια νομική ορολογία των αεροπορικών εταιρειών. Είναι ένας ψυχολογικός πόλεμος φθοράς. Θυμάμαι να κοιτάζω το δείπνο που μας σέρβιραν εκείνο το πρώτο βράδυ και να μην μπορώ να καταπιώ. Η αντίθεση ανάμεσα στο γκουρμέ φαγητό και την εικόνα των αναχαιτίσεων στον ουρανό, η αγωνία της επόμενης μέρας και η ξαφνική συνειδητοποίηση της ρευστότητας της ζωής ήταν εξουθενωτική. Εκείνες τις στιγμές, η ελευθερία, την οποία πάντα θεωρούσα το σημαντικότερο αγαθό μου, είχε περιοριστεί σε λίγα τετραγωνικά μέτρα πολυτελούς διαβίωσης. Ήμουν το πουλί στο χρυσό κλουβί.

Όπου ο Θεός κλείνει μια πόρτα…

Κάποια στιγμή την 5η μέρα μπορέσαμε να βρούμε την Μαίρη, την εκπρόσωπο της εταιρείας, η οποία μας πρότεινε 4 σενάρια: Ή φεύγουμε με την πρώτη διαθέσιμη πτήση για Αθήνα ή μας πηγαίνουν σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου θέλουμε με την πρώτη διαθέσιμη πτήση ή περιμένουμε indefinitely την πτήση για Τόκιο που δεν ξέρουν πότε θα γίνει ή μας δίνουν τα λεφτά μας πίσω και βλέπουμε μόνοι μας τι θα κάνουμε. Είχαμε χάσει αρκετές μέρες από τις διακοπές μας στην Ιαπωνία ωστόσο είχαμε αρκετές ακόμα. Αν μπορούσαμε να βρούμε έναν τρόπο να φύγουμε… Η ίδια η μοίρα που μας έπαιξε το παιχνίδι της καθυστέρησης στο Αμπού Ντάμπι, μας έδωσε και τη λύση. Ενώ συζητάμε μαζί της, χτυπάει το κινητό της και την ακούμε να λέει: «Μια πτήση για Πεκίνο αύριο στις 9 το βράδυ; Ναι θα δω». Και αφού το κλείνει φωνάζει: «Υπάρχουν άτομα για Πεκίνο;» Κοιταχτήκαμε στα μάτια με τον άντρα μου -μετά από τόσα χρόνια δεν χρειάζεται να μιλάμε πάντα- και λέμε «Εμείς»! Το Τόκιο απέχει μόνο 3 ώρες από το Πεκίνο και η Μαρία θα μας έβρισκε εισιτήρια.

Δραπετεύοντας από το Αμπού Ντάμπι

Ένα κίτρινο σχολικό λεωφορείο μας περίμενε στην είσοδο του ξενοδοχείου μας το επόμενο μεσημέρι. Ποτέ δεν φαντάστηκα ότι η ελευθερία μου θα είχε χρώμα κίτρινο, τέσσερις ρόδες και θα ήταν τόσο στενά συνδεδεμένη με το σχολείο που τόσο μισούσα γιατί με περιόριζε και με καταπίεζε όταν ήμουν μικρή. Διασχίσαμε τις τεράστιες λεωφόρους του Αμπού Ντάμπι, προσπεράσαμε φουτουριστικά οικοδομήματα που ορθώνονταν σαν αρχιτεκτονικές οφθαλμαπάτες μέσα στην έρημο, υπερμεγέθη παλάτια που με τη φαραωνική τους κλίμακα έστεκαν ατάραχα κάτω από τον ήλιο, ενώ την ίδια στιγμή νιώθαμε την ανακούφιση της διαφυγής προς την Ανατολή και ταυτόχρονα αγωνία: «Και αν κάτι δεν πάει καλά;» Και πράγματι, δεν πήγε, τα πράγματα κάθε άλλο παρά ρόδινα εξελίχθηκαν…

Δεν θα φύγουμε ποτέ από εδώ;

Θα ήμασταν οι μόνοι Δυτικοί σε μια πτήση γεμάτη Κινέζους κυρίως οικογένειες με μικρά παιδιά που θα επέστρεφαν στη πατρίδα τους μετά από τις -άθελά τους- περιπετειώδεις διακοπές. Η αγωνία, το άγχος, ο φόβος, η προσμονή δεν γνωρίζουν σύνορα. Και όταν άρχισε πάλι να χτυπάει ο συναγερμός και ξεκίνησαν ξανά οι πυραυλικές επιθέσεις μπορούσες να τα διακρίνεις στο βλέμμα τους. «Και τώρα;» Με προτροπή του προσωπικού του αεροδρομίου κρυφτήκαμε σε αυτοσχέδια καταφύγια, άνθρωποι από όλο τον κόσμο τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους, αλλά και τόσο ίδιοι. Αυτό το περίεργο κρυφτό με τους συναγερμούς παίχτηκε αρκετές φορές εκείνο το βράδυ. Με κυρίεψε η απελπισία: «Αυτό είναι, δεν θα φύγουμε. Δεν θα φύγουμε ποτέ από εδώ. Δεν θα πάω ποτέ Ιαπωνία». Ο άντρας μου με κοίταξε επιτιμητικά: «Θα φύγουμε. Έχε πίστη». Δεν ξέρω πώς το κάνει αυτό… πάντα γίνεται ο φάρος μου μέσα στα σκοτάδια της ψυχής μου. Λίγη ώρα αργότερα οι πύραυλοι σταμάτησαν και μαζί και οι συναγερμοί. «Φεύγουμε» είπε το προσωπικό εδάφους. Διακόσια ή και παραπάνω άτομα αρχίσαμε να τρέχουμε προς την Πύλη 29. Η επιβίβαση άρχισε…

Μαθήματα επιβίωσης

Μπορεί να έχεις περάσει ολόκληρη τη ζωή σου και να παραμένεις ίδιος. Και ξαφνικά σε ένα λεπτό από ένα τυχαίο γεγονός να μεταμορφωθείς σε κάτι άλλο, κάτι που ποτέ σου δεν είχες φανταστεί ότι μπορεί να γίνεις. Κάπως έτσι συνέβη και για εμάς αυτές τις 6 μέρες στο Αμπού Ντάμπι. Γιατί όπως μου έλεγε και η Σόφι στο τηλέφωνο, τελικά αυτές θα έχουμε να θυμόμαστε. Και ξέρεις κάτι; Συνειδητοποίησα ότι ταξιδιώτης δεν είναι μόνο αυτός που βγάζει φωτογραφίες στα αξιοθέατα, αλλά και αυτός που μπορεί να διατηρήσει την ψυχραιμία του όταν όλα γύρω του καταρρέουν. Αυτός που προστατεύει τους γύρω του, διατηρεί το χαμόγελό του στις αναποδιές, βρίσκει λύσεις στα προβλήματα, συνεργάζεται και προσπαθεί να αποκομίσει το φως μέσα από το σκοτάδι μιας κρίσης, επιστρέφοντας πίσω όχι απλώς με γεμάτες αποσκευές, αλλά με μια ψυχή που έμαθε να πετάει πάνω από κάθε καταιγίδα. Όταν τελικά η Etihad κατάφερε να μας προσφέρει μια διέξοδο, η ανακούφιση δεν ήταν χαρά. Ήταν μια βαθιά ανάσα. Αφήνοντας πίσω μας το Marriott και το Άμπου Ντάμπι, αφήσαμε πίσω μας και ένα κομμάτι της αθωότητάς μας. Η Ιαπωνία μας περίμενε, αλλά εμείς δεν ήμασταν πια οι ίδιοι άνθρωποι που ξεκίνησαν από την Αθήνα. Λίγες μέρες αργότερα, κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του Βούδα στο Κιότο, οι μνήμες των συναγερμών έμοιαζαν με κακό όνειρο, αλλά οι ουλές στην ψυχή παραμένουν. Το ταξίδι συνεχίζεται, αλλά το Αμπού Ντάμπι θα παραμείνει για πάντα στη μνήμη μας ως η στιγμή που καταλάβαμε πόσο εύθραυστος είναι ο κόσμος μας και πόσο πολύτιμη είναι η κάθε στιγμή που ο ουρανός είναι καθαρός από σύννεφα πολέμου.
Ειρήνη σε όλους!

Tags

Μπορεί να σας αρέσουν

Αφήστε ένα Σχόλιο

Your email address will not be published. Required fields are marked *