Type to search

Ψυχολογία & Ευεξία

Ελευθερία Μεταξά: Δεν είναι η μοίρα που μας κάνει καλούς ή κακούς, αλλά η ίδια η ζωή

Share

Η καταξιωμένη συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων, Ελευθερία Μεταξά, μοιράζεται μαζί μας τις σκέψεις της για τη ζωή και τη μοίρα, μας αποκαλύπτει από που αντλεί έμπνευση για τα μυθιστορήματά της αλλά και το μέλλον των αγαπημένων πρωταγωνιστών της.

Γνώρισα την Ελευθερία Μεταξά στην δραματική σχολή πριν πολλά πολλά χρόνια. Έξυπνη, όμορφη, καλλιεργημένη, με χιούμορ, είναι ένας από τους πιο γλυκούς και ευγενικούς ανθρώπους που έχω συναντήσει ποτέ. Έκτοτε απομακρυνθήκαμε, χαθήκαμε, μας ένωσαν ξανά τα κοινωνικά δίκτυα, ξαναχαθήκαμε. Απλές, καθημερινές ιστορίες… Επειδή όμως η ζωή κύκλους κάνει συναντηθήκαμε ξανά και ανακάλυψα το νέο πρόσωπο της Ελευθερίας, αυτό της συγγραφέως. Εντελώς συμπτωματικά στο ράφι ενός βιβλιοπωλείου. Χρειάστηκε να διπλοελέγξω την φωτογραφία της συγγραφέως για να βεβαιωθώ ότι επρόκειτο για την ίδια χαριτωμένη, ρομαντική Ελευθερία που γνώριζα. Γιατί το βιβλίο ήταν ένα εξαίρετο δείγμα αστυνομικής/μυστηρίου λογοτεχνίας, με ξεχωριστή πλοκή, πολύπλοκους γρίφους και σοκαριστικές δολοφονίες. Ακριβώς το αντίθετο δηλαδή σε αυτό που είναι η ίδια. «Ευτυχώς» ήμουν άρρωστη στο κρεβάτι και μπόρεσα να το ρουφήξω ολόκληρο σε μία μέρα. Μου έφερε στο μυαλό καλή, ξένη αστυνομική λογοτεχνία, ακριβώς το είδος που λατρεύω. Έτσι η Ελευθερία Μεταξά και τα βιβλία της έγιναν η νέα μου αγαπημένη εμμονή και είμαι περήφανη να σου παρουσιάσω μια εκ βαθέων συνέντευξή της.

Ο θάνατος, το μυστήριο, η τελετουργική βία παίζουν μεγάλο ρόλο τουλάχιστον στα τελευταία βιβλία σου. Τι σε εμπνέει να γράφεις αυτού του είδους τις ιστορίες;

Από μικρή αγαπούσα την αστυνομική λογοτεχνία, το μυστήριο (το οποίο προσπαθούσα να λύσω με παταγώδη πάντα αποτυχία!), η αγωνία, η ένταση που δημιουργεί μια περίπλοκη υπόθεση ασκούσε πάνω μου μια ακατανίκητη γοητεία. Όταν ήμουν δέκα ετών ανακάλυψα την Αγκάθα Κρίστι και κυριολεκτικά ρούφηξα τα βιβλία της. Από τότε λάτρεψα τα αστυνομικά μυθιστορήματα που αποτελούν και το προσφιλές μου ανάγνωσμα. Έτσι, ξεκινώντας να γράψω το πρώτο μου βιβλίο, στο μυαλό μου σχηματίστηκε κατευθείαν μια ιστορία μυστηρίου, με φόνους, ενόχους, αθώους και καλά κρυμμένα μυστικά. Επειδή, όμως, στα αστυνομικά μυθιστορήματα τα στοιχεία είναι δεδομένα (υπάρχει το έγκλημα, ο δολοφόνος, το κίνητρο και οι διώκτες του εγκλήματος), προσπαθώ, ιδιαίτερα στα τελευταία μου βιβλία, να δίνω ένα διαφορετικό στίγμα που να ξεφεύγει από τα τετριμμένα. Έτσι προέκυψαν για παράδειγμα οι φόνοι με τη χρήση μεσαιωνικών μεθόδων στο «Αθώοι Ένοχοι» ή η φαινομενική προσπάθεια αναβίωσης μιας αρχαίας θρησκείας στα «Τρία πρόσωπα της Εκάτης». Η έμπνευση μπορεί να δοθεί από ένα παντελώς άσχετο ερέθισμα, από κάτι που θα ακούσω, θα δω ή θα διαβάσω, ακόμα κι από έναν ήχο ή μια μουσική. Από κει και πέρα, αρχίζει η έρευνα για να συλλέξω τα στοιχεία που χρειάζομαι, η οποία είναι μια διαδικασία κοπιαστική μεν, συναρπαστική δε.

Στο τελευταίο σου βιβλίο «Το χέρι του Θεού» πρωταγωνιστούν ξανά η Έλσα Γληνού και ο Μάνος Βαρσάμης σε άλλη μια σειρά περίεργων φόνων. Νομίζω ταιριάζουν πολύ… Τι λες, θα συνεχίσουν να μας συντροφεύουν και στα επόμενα βιβλία σου; 

Η Έλσα Γληνού είναι η αγαπημένη μου ηρωίδα από την εποχή που έγραψα το «Μαύρα σαν τον έβενο μαλλιά» και πάντα είχα στο μυαλό μου ότι έπρεπε με κάποιον τρόπο να την επαναφέρω στο προσκήνιο. Ένιωθα ότι η ιστορία της δεν είχε τελειώσει, ότι είχε ακόμα μπροστά της αρκετό δρόμο να διανύσει. Έτσι, εμφανίζεται στο τέλος του βιβλίου «Τα τρία πρόσωπα της Εκάτης» με την ιδιότητα της ψυχολόγου, για να συνθέσει και να ερμηνεύσει το ψυχολογικό προφίλ ενός αδίστακτου δολοφόνου, του Απόλλωνα Ροδόπουλου. Στο συγκεκριμένο βιβλίο παρουσιάζεται για πρώτη φορά και ο αστυνόμος Βαρσάμης, άλλος ένας αγαπημένος μου ήρωας, τον οποίον επίσης δεν ήθελα να αποχωριστώ. Κάπως έτσι γεννήθηκε η ιδέα της συνύπαρξής τους. Όντως ταιριάζουν πολύ, συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον. Νομίζω ότι θα τους έχω δίπλα μου για πολύ καιρό ακόμα, αφού και στο βιβλίο που γράφω τώρα και στο επόμενο που έχω στο μυαλό μου αποτελούν το πρωταγωνιστικό δίδυμο.

«Το χέρι του Θεού» το τελευταίο βιβλίο της Ελευθερίας Μεταξά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ

Το πίστευες όταν έγραφες την πρώτη σου ιστορία με την ψυχολόγο Έλσα και τον αστυνόμο Βαρσάμη ότι θα ακολουθούσαν και άλλες;

Ο Μάνος Βαρσάμης και η Έλσα Γληνού εμφανίζονται για πρώτη φορά ως πρωταγωνιστικό δίδυμο στο «Αθώοι Ένοχοι». Όσο έγραφα το συγκεκριμένο βιβλίο τόσο περισσότερο μου άρεσαν ως ζευγάρι. Μέχρι να φτάσω στη μέση του βιβλίου είχα ήδη αποφασίσει ότι θα ακολουθήσουν και άλλες ιστορίες στις οποίες ο Μάνος και η Έλσα θα έλυναν μυστηριώδη εγκλήματα. Τους αγαπώ πολύ αυτούς τους ήρως και χαίρομαι αφάνταστα που έχουν αγαπηθεί και από τους αναγνώστες.

Θα συνταξιοδοτηθεί ποτέ ο αστυνόμος Βαρσάμης; Ρωτώ γιατί μου είναι πολύ συμπαθής και θα λυπηθώ αν τον χάσω. 

Λετίτσια, μήπως είσαι στο μυαλό μου; Στο βιβλίο που γράφω τώρα, ο Βαρσάμης είναι ήδη συνταξιούχος! Πάντως, δεν πρόκειται να εγκαταλείψει το κυνήγι των εγκληματιών, απλώς πλέον θα το κάνει από τη θέση του ιδιωτικού ερευνητή.

Οι δολοφόνοι σου φαίνεται να προέρχονται από ένα δύσκολο παρελθόν, να ζουν σε ένα ζοφερό παρόν παρασυρμένοι από τα πάθη τους και χωρίς να τους ενδιαφέρει ιδιαίτερα το μέλλον. Εν αντιθέσει με την Έλσα και τον Βαρσάμη που αν και είχαν τραυματικό παρελθόν, δεν το άφησαν να τους επηρεάσει για πάντα. Τι είναι τελικά αυτό που πυροδοτεί το καλό ή το κακό μέσα μας; Είμαστε δημιουργήματα της μοίρας μας, της θέλησής μας ή των ευκαιριών που μας δίνονται;

Ανέκαθεν πίστευα ότι κανείς μας δεν γεννιέται καλός ή κακός, αλλά διαμορφώνουμε τον αντίστοιχο χαρακτήρα ανάλογα με το οικογενειακό, φιλικό και κοινωνικό μας περιβάλλον, τα βιώματά μας, τις ευκαιρίες που μας δόθηκαν ή δεν μας δόθηκαν, τους αμυντικούς μηχανισμούς που έχουμε δημιουργήσει στην πορεία μας στη ζωή, την ψυχική δύναμη που χτίζουμε σιγά-σιγά για να αντιμετωπίσουμε και να ξεπεράσουμε τις όποιες δυσκολίες. Από κει και πέρα -με εξαίρεση κάποιες καθαρά παθολογικές περιπτώσεις που οφείλονται σε εκ γενετής αναπτυξιακή δυσλειτουργία του εγκεφάλου- ενεργούμε και συμπεριφερόμαστε βάσει του χαρακτήρα που έχουμε διαμορφώσει από τους παράγοντες που προανέφερα. Δεν είναι λοιπόν η μοίρα που μας κάνει καλούς ή κακούς, αλλά η ίδια μας η ζωή και οι εμπειρίες μας.

Από που εμπνέεσαι τις ιστορίες σου;

Πηγή έμπνευσης για τις περισσότερες ιστορίες είναι τυχαίες συζητήσεις που έκανα με φίλους, οι οποίες μου έδωσαν το ερέθισμα να πλάσω στο μυαλό μου έναν από τους βασικούς χαρακτήρες ή το περιστατικό που θα αποτελέσει την αρχή του μυστηρίου. Γενικά, μου αρέσει να παρακολουθώ τους ανθρώπους και τις συζητήσεις τους -ξέρεις πόσες φορές έχω παρεξηγηθεί γι’ αυτό; Δικαίως, βέβαια, γιατί όταν κάποιοι συζητούν για παράδειγμα στο διπλανό μου τραπέζι σε μια καφετέρια κι εγώ έχω γείρει προς το μέρος τους για να ακούσω καλύτερα αυτά που λένε, αφού κάτι μου έχει τραβήξει την προσοχή, πού να πάει το μυαλό τους στην έμπνευση του συγγραφέα; Με θεωρούν, και απολύτως δικαιολογημένα, μία αδιάκριτη κουτσομπόλα! Παρατηρώ τον τρόπο που μιλάνε όταν θυμώνουν, τις κινήσεις των χεριών τους, τις εκφράσεις του προσώπου. Γενικά, η έμπνευση έρχεται από εκεί που δεν το περιμένεις. Αρκεί μερικές φορές μια λέξη, ένας ήχος, μια εικόνα, για να δημιουργήσει την αρχή μιας νέας ιστορίας.

Είσαι τόσο γλυκός, έξυπνος και ευαίσθητος άνθρωπος. Πόσο δύσκολο σου είναι να γράφεις και να περιγράφεις τις βίαιες σκηνές στα βιβλία σου; 

Καταρχάς, σε ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια. Δεν έχει, όμως, να κάνει με τον χαρακτήρα. Από τη στιγμή που γράφω αστυνομικό μυθιστόρημα, η ύπαρξη βίας είναι δεδομένη αφού η υπόθεση σχετίζεται με εγκλήματα. Βέβαια, ομολογώ ότι δεν μου αρέσει να σκορπάω άσκοπα αίμα, μόνο και μόνο για να τρομάξω τον αναγνώστη ή να κάνω τις σκηνές πιο παραστατικές. Προσπαθώ να κρατάω ένα μέτρο, μια ισορροπία, να «χύνω» τόσο αίμα όσο κρίνεται απαραίτητο, χωρίς υπερβολές και ειδεχθείς περιγραφές.

Όταν ξεκινάς να γράφεις ένα μυθιστόρημα, γνωρίζεις από την αρχή το τέλος ή αφήνεσαι να σε οδηγήσει η ιστορία;

Η αλήθεια είναι ότι στα πρώτα μου μυθιστορήματα γνώριζα εξ αρχής το τέλος και οδηγούσα την ιστορία προς αυτό. Άλλωστε, δεν γράφω ποτέ με κάποια σκαλέτα, δεν μου αρέσει να εγκλωβίζω την έμπνευσή μου σε προκαθορισμένα μονοπάτια. Από τα «Τρία πρόσωπα της Εκάτης» και μετά, όμως, ξεκίνησα να γράφω έχοντας στο μυαλό μου τα βασικά πρόσωπα, το περιστατικό από το οποίο ξεκινούν όλα και τον πραγματικό ένοχο, και μετά άφηνα τους ίδιους τους ήρωες να με καθοδηγήσουν. Ήταν μια διαδικασία που αρχικά με ξένισε, με παραξένεψε, αλλά την απόλαυσα τόσο που την ακολούθησα και στα επόμενα βιβλία μου. Είναι σαν να γράφουμε τα μυθιστορήματα παρέα με τους ήρωες, σαν να δείχνουμε τον δρόμο ο ένας στον άλλον.

Έχεις δουλέψει σαν ηθοποιός στο παρελθόν αλλά και καθηγήτρια φιλόλογος. Γιατί ασχολήθηκες ειδικά με το αστυνομικό μυθιστόρημα; 

Ίσως γιατί από μικρή με γοήτευαν το μυστήριο και οι γρίφοι, οτιδήποτε προκαλούσε το μυαλό μου να πιεστεί για να βρει μια λύση. Για μένα το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι ένα παζλ με εκατοντάδες μικρά κομμάτια, καθένα από τα οποία πρέπει να βρει τη θέση του ώστε να ολοκληρωθεί η εικόνα. Αν έστω κι ένα από αυτά δεν ταιριάζει, χαλάει ολόκληρη η αρμονία. Κάποιες φορές η ανεύρεση του συγκεκριμένου κομματιού μπορεί να αποδειχτεί δύσκολη, όμως παραμένει ένα συναρπαστικό παιχνίδι του μυαλού.

Τι βιβλία διαβάζεις αυτόν τον καιρό; 

Αυτόν τον καιρό έχω πέσει με τα μούτρα στη μελέτη για να συγκεντρώσω τα στοιχεία για το βιβλίο που γράφω. Μέσα στις γιορτές, όμως, των Χριστουγέννων πρόλαβα να διαβάσω το εξαιρετικό μυθιστόρημα «Το παιδί του Άουσβιτς» της Λίλι Γκράχαμ και το γεμάτο μυστήριο «Στοιχειωμένο μοναστήρι» του Ρόμπερτ Βαν Γκούλικ. 

Όταν ήσουν μικρή διάβαζες ή έγραφες; Ή έκανες και τα δύο; 

Και τα δύο. Διάβαζα βιβλία γιατί μου άρεσε να ταξιδεύω με το μυαλό μου σε άλλους τόπους και εποχές, να μαθαίνω καινούργια πράγματα. Από την άλλη μεριά η γραφή ήταν για μένα τρόπος έκφρασης, καθώς ως παιδί υπήρξα εξαιρετικά εσωστρεφής (Τι εσωστρεφής, δηλαδή; Τον ανθρωποδιώχτη είχα!). Όσα ο κλειστός μου χαρακτήρας δεν μου επέτρεπε να επικοινωνήσω με τους γύρω μου, τα έγραφα στο χαρτί, στην αρχή μερικές σκόρπιες σκέψεις, μετά στίχους κι έπειτα μικρές ιστορίες.

Υπάρχουν κάποια βιβλία που να τα θεωρείς διαχρονικά;

Βέβαια! Τόσο η ελληνική όσο και η παγκόσμια λογοτεχνία μάς έχουν δώσει βιβλία που όσα χρόνια κι αν περάσουν θα είναι πάντα επίκαιρα. Επέτρεψέ μου να εστιάσω σε κάποια μόνο της ελληνικής: «Ασκητική» του Καζαντζάκη (που προσωπικά δεν τη θεωρώ απλώς βιβλίο, αλλά ευαγγέλιο κυριολεκτικά), «Αντιγόνη» του Σοφοκλή (το χρέος απέναντι στην οικογένεια και τους άγραφους νόμους, η αντίσταση ενάντια στην αδικία, η τιμωρία της ύβρεως), «Ζητείται ελπίς» του Σαμαράκη (η διάψευση των ελπίδων, η κοινωνική αδικία, η αναζήτηση της αλήθειας), «Οι αδελφοφάδες» του Καζαντζάκη (οι επιπτώσεις των εμφύλιων συγκρούσεων, η θέση της θρησκείας στην κοινωνία).

Σε ευχαριστώ!

Σε ευχαριστώ πολύ για τη φιλοξενία κι εύχομαι πάντα επιτυχίες!

Tags

Μπορεί να σας αρέσουν

Αφήστε ένα Σχόλιο

Your email address will not be published. Required fields are marked *